ART CITIES: Αθήνα-Servare Intaminatum στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών
Υπάρχουν εκθέσεις που επιδιώκουν να σχολιάσουν την εποχή τους και άλλες που επιχειρούν να παρέμβουν σε αυτήν. Η ομαδική εικαστική έκθεση σύγχρονης τέχνης “Servare Intaminatum. Κλιματική Κρίση – Από το Αόρατο στο Ορατό ή πώς να αναπαραστήσεις το αδιανόητο”, σε επιμέλεια του Δημήτρη Τρίκα, που παρουσιάστηκε στην έναρξη της θερινής περιόδου στον λόφο των Νυμφών και στους χώρους του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Περισσότερο από μια εικαστική διοργάνωση, λειτούργησε ως μια σύνθετη πλατφόρμα διαλόγου γύρω από την κλιματική κρίση, το Ανθρωπόκαινο, τη σχέση προόδου και καταστροφής, αλλά και τον ίδιο τον ρόλο της τέχνης μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να βρίσκεται σε συνθήκη μόνιμης περιβαλλοντικής έκτακτης ανάγκης.
Της Βάλιας Κατσίμπα
Φωτο: Βάλια Κατσίμπα
Ποιος είναι όμως ο εμπνευστής ενός τόσο σύνθετου εγχειρήματος που έχει ήδη δώσει το στίγμα της επιμελητικής του διαδρομής; Ο Δημήτρης Τρίκας, μια πολυσχιδής προσωπικότητα στον χώρο του ελληνικού πολιτισμού, γνωστός τόσο για τη μακρόχρονη πορεία του ως δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός όσο και ως ανεξάρτητος επιμελητής εκθέσεων, επιλέγει συχνά μη συμβατικούς χώρους –όπως το Δρομοκαΐτειο, το Ωδείο Αθηνών ή την περιοχή του Ελαιώνα- για να υλοποιήσει εκθέσεις με έντονο κοινωνικοπολιτικό και φιλοσοφικό προσανατολισμό, καθώς επιδιώκει να θέτει κρίσιμα και επίκαιρα ερωτήματα για την ανθρώπινη συνθήκη (από τις συλλογικές ουτοπίες και τον εγκλεισμό, μέχρι την κλιματική κρίση και την έλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης).
Η έκθεση “Servare Intaminatum” αναπτύχθηκε σε ένα φορτισμένο ιστορικά χώρο, που συνδέθηκε με το όραμα του Διαφωτισμού, την πίστη στη γνώση και την ανθρώπινη πρόοδο. Σε πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε ο επιμελητής στο περιοδικό περιγράφει το Αστεροσκοπείο ως “χώρο αστικής ουτοπίας”, υπό την έννοια ότι βιώνεται ως ένα υπέροχο φυσικό περιβάλλον μέσα στην καρδιά της πρωτεύουσας. Το ιστορικό κτίριο του Χάνσεν, χτισμένο το 1842 χάρη στη δωρεά του Γεωργίου Σίνα, εμφανίζεται ως υλική έκφραση της νεωτερικής βεβαιότητας ότι ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει και να κυριαρχήσει επί του κόσμου· μια βεβαιότητα που ουσιαστικά ανατρέπεται μέσα από αυτή την έκθεση. Ο επιμελητής επισημαίνει ότι η ίδια λογική που γέννησε τα μεγάλα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα οδήγησε παράλληλα σε μια εξαντλητική εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος. Το Αστεροσκοπείο μετατράπηκε έτσι για λίγες μέρες σε σκηνικό μιας ιστορικής ειρωνείας: ο ναός της γνώσης έγινε χώρος αναστοχασμού πάνω στις καταστροφικές συνέπειες της ίδιας της ιδέας της προόδου.
Πέρα από την ιδιαίτερα εύστοχη επιλογή του εμβληματικού τίτλου της έκθεσης “Servare Intaminatum” (“Να διατηρηθεί ανέπαφο”) – φράση που αναγράφεται στην προμετωπίδα του κτιρίου και συνειρμικά λειτουργεί ως προτροπή για την προστασία του πλανήτη- ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της όλης διοργάνωσης ήταν ότι αντιμετώπισε την κλιματική κρίση όχι απλώς ως περιβαλλοντικό φαινόμενο αλλά ως ένα ζήτημα με ποικίλες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Άλλωστε κι ο ίδιος ο επιμελητής σε σχετικό ερώτημα απορρίπτει τη συνηθισμένη αφήγηση σύμφωνα με την οποία η λύση βρίσκεται αποκλειστικά στην ατομική ευθύνη ή στην ανακύκλωση. Εξηγεί μάλιστα ότι ανακυκλώνεται μόλις ένα μικρό ποσοστό των παραγόμενων απορριμμάτων, ενώ το μεγαλύτερο μέρος μεταφέρεται σε τεράστιες χωματερές σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Αυτή η θέση, που διαπερνά το μεγαλύτερο μέρος των έργων, μετατοπίζει το κέντρο βάρους από μια φύση που ζητά εναγωνίως προστασία σε ένα περιβάλλον ήδη μετασχηματισμένο από τις οικονομικές και κοινωνικές δομές της ύστερης νεωτερικότητας.
Η έκθεση λειτούργησε ως εικαστική αποτύπωση του Ανθρωπόκαινου, δηλαδή της εποχής κατά την οποία η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει καταστεί γεωλογικός παράγοντας. Και εδώ το μεγαλύτερο μέρος των καλλιτεχνών, που συμμετείχαν σε αυτό το εγχείρημα, δημιούργησαν καινούρια εικαστικά έργα σε μια λογική αξιοποίησης ποικίλων απορριμμάτων και δημιουργικής μεταμόρφωσής τους με όρους δεξιοτεχνίας.
Ανάμεσα στα έργα που ξεχώρισαν ήταν οι παρεμβάσεις σε διαφορετικά σημεία του λόφου του Ανδρέα Λόλη: παλέτες, χαρτόκουτα, σακούλες σκουπιδιών και πεσμένοι κορμοί δέντρων αποδόθηκαν με τη λεπτομέρεια και τη μνημειακότητα του μαρμάρου ως αρχαιολογικά κατάλοιπα ενός πολιτισμού που καταναλώνει και απορρίπτει αδιάκοπα. Εξίσου ενδιαφέρουσα μέσα στο χώρο του Αστεροσκοπείου ήταν η παρουσία των καλυβών του Δημήτρη Εφέογλου, οι οποίες σύμφωνα με τον επιμελητή δεν προτείνονται ως οικολογική επιστροφή στη φύση αλλά ως σύμβολα εσωτερικότητας και αναστοχασμού, ανακαλώντας τη φιλοσοφική παράδοση της απομόνωσης και της περισυλλογής, από τη γνωστή καλύβα του Χάιντεγκερ έως τη μικρή θερινή κατοικία του Λε Κορμπιζιέ.
Τα περισσότερα έργα της έκθεσης, σε άμεση συνομιλία με το τοπίο, σε αρκετές περιπτώσεις κυριολεκτικά ενσωματώθηκαν στο φυσικό περιβάλλον, όπως η εγκατάσταση του Klajdi Tsano και της Άννας Προβατάρη μέσα στις σπηλιές. Οι σιωπηλοί φύλακες του τοπίου του Κοϊνού, οι φωτογραφίες του Τζιμούλη που καταγράφουν αποτυχημένα επενδυτικά ίχνη μέσα στη φύση και τα έργα που συγκροτούνται από ανακυκλωμένα υλικά όπως της Πέγκυς Κλιάφα και της Πανδώρας Μουρίκη δημιούργησαν ένα δίκτυο αναφορών στο τραύμα που αφήνει ο άνθρωπος επάνω στο τοπίο.
Τέλος, ο επιμελητής διαμόρφωσε για τον επισκέπτη μια συμβολική διαδρομή που τον οδηγούσε “από την καλύβα στις σπηλιές” ή αλλιώς από τον θρίαμβο της επιστήμης προς τις πρωταρχικές μορφές κατοίκησης, όχι ως νοσταλγία αλλά ως υπενθύμιση των ορίων της ανθρώπινης παντοδυναμίας. Και είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο όπου συνυπάρχει το πρόβλημα αλλά και η λύση ταυτόχρονα, δηλαδή μέσα από τη βαθιά επίγνωση της συλλογικής μας ευθύνης απέναντι σε αυτή την ανεξέλεγκτη διαδρομή της φαινομενικής εξέλιξης και προόδου, που αφήνει τη σχέση μας με το περιβάλλον ευάλωτη και μετέωρη, σχεδόν μετατοπισμένη σαν επίκαιρο πρότζεκτ πάντα για τους “επόμενους”.
O επιμελητής, αναγνωρίζοντας το περιορισμένο και εξειδικευμένο κοινό που παρακολουθεί τη σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα, οργανώνει στις περισσότερες εκθέσεις του ένα πλούσιο παράλληλο δημόσιο πρόγραμμα, που αποτελείται από πλήθος ξεναγήσεων, ομιλίες, performances κ.λπ., μια και θεωρεί τη διαμεσολάβηση απαραίτητη για την προσέλκυση και των μη μυημένων στα εικαστικά. Λειτουργώντας ως ανιχνευτής των τάσεων της νέας γενιάς αλλά και ως γεφυροποιός ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και τη σύγχρονη εικαστική πρωτοπορία, ο Τρίκας δημιουργεί πολυφωνικές, site-specific εμπειρίες που μετατρέπουν τον θεατή από παθητικό παρατηρητή σε ενεργό συμμέτοχο ενός ευρύτερου διανοητικού διαλόγου. Όπως, λοιπόν, ο αντίκτυπος ενός αληθινού έργου τέχνης μπορεί να είναι διαρκής και εκκωφαντικός φέροντας μέσα του τον σπόρο της αλλαγής και της ανανέωσης, έτσι και η πορεία μιας πετυχημένης έκθεσης δεν ολοκληρώνεται στην ημερολογιακή της λήξη αλλά παραμένει επίκαιρη όσο προκαλεί δονήσεις στην κοινωνία και στους ανθρώπους της.
Ο Τρίκας κλείνει το επιμελητικό του κείμενο με ορισμένα ανοιχτά ερωτήματα, που η ανάγκη τους πριν απαντηθούν να κατανοηθούν σε βάθος μοιάζει επιτακτική.. “Πώς θα μάθουμε να ζούμε χωρίς να λειτουργούμε ως παράσιτα; Πώς θα μετασχηματίσουμε τα απόβλητα σε μνήμη, την κρίση σε αφήγηση και την καταστροφή σε αφετηρία ενός άλλου τρόπου ζωής και ύπαρξης;” Το βέβαιο είναι ότι η συγκεκριμένη έκθεση δεν περιορίστηκε σε μια αφελή επιστροφή στη φύση ούτε υιοθέτησε τον συνηθισμένο οικολογικό διδακτισμό. Αντίθετα λειτούργησε ως μια πολυεπίπεδη πρόταση πάνω στις αντιφάσεις της νεωτερικότητας, στην έννοια της προόδου και στην αδυναμία του σύγχρονου πολιτισμού να διαχειριστεί τις συνέπειες της ίδιας του της επιτυχίας. Και νομίζω πως εκεί ακριβώς, στον απόηχο της έκθεσης, έγκειται και η μεγαλύτερή της επιτυχία: στο ότι ενώ δεν προσέφερε απλόχερα απαντήσεις μας υποχρέωσε όλους να προβληματιστούμε πάνω σε σημαντικά ερωτήματα για την πορεία του πλανήτη και να αναλογιστούμε εκ νέου τους όρους της συνύπαρξής μας με τον κόσμο που έχουμε διαμορφώσει.
Συμμετέχοντες καλλιτέχνες: Δημήτρης Αληθεινός, Γιώργος Δρόσος, Ράνια Εμμανουηλίδου, Δημήτρης Εφέογλου, Θοδωρής Ζαφειρόπουλος, Νίκος Iavazzo & Ανδρέας Καλλή, Αναστάσης Καρράς, Πέγκυ Κλιάφα, Κώστας Κοϊνός, Παναγιώτης Κουλουράς, Ανδρέας Λόλης, Κατερίνα Μπότσαρη, Πανδώρα Μουρίκη, Ελένη Πανουκλιά, Αντιγόνη Πασίδη, Άννα Προβατάρη, Πάνος Σκλαβενίτης, Κώστας Τζημούλης, Klajdi Tsano, Έφη Χαλιορή, Δέσποινα Χαριτωνίδη.
Performers: Φανή Αράπη, Ομάδα ΦΡΜΚ / περιοδικό Φάρμακο, Άννα Τζάκου & Δέσποινα Χατζηπαυλίδου, Collectif MASI (Μαντλέν Ανηψητάκη και Simon Riedler), Ελένη Μεσάδου, Φωτεινή Καλλέ.
Αριστερά: Πανδώρα Μουρίκη, The air you breathe, he Air You Breathe, Εγκατάσταση, Δύο μαύρες ταπισερί & λευκά βαμβακερά σεντόνια, Διαστάσεις: 200 × 120 × 10, 260 × 160 × 10 εκ., © ο Καλλιτέχνης. Φωτο: © & Ευγενική Παραχώρηση Βάλια Κατσίμπα. Δεξια: Πανδώρα Μουρλικη, Earth’s Blood , Εγκατάσταση, Ταπισερί και δέντρα, βαμμένο σχοινί από σιζάλ, μαύρο καλώδιο, Διαστάσεις: 130 × 100 × 10 εκ., © ο Καλλιτέχνης. Φωτο: © & Ευγενική Παραχώρηση Βάλια Κατσίμπα
Info: Επιμέλεια: Δημήτρης Τρίκας, Επιμελητική ομάδα: Αλεξάνδρα Ασαντουριάν, Διώνη Ζουμπέλου, Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, Λόφος Νυμφών, Αθήνα

Δεξιά: Παναγιώτης Κουλουρας, “At Tikhon’s” (“У Тихона”), 2011, Εγκατάσταση, Μάρμαρο και λάδι, Διαστάσεις μεταβλητές, © ο Καλλιτέχνης. Φωτο: © & Ευγενική Παραχώρηση Βάλια Κατσίμπα

Δεξια: Άννα Προβατάρη, enoikó (“to inhabit”), 2025–2026, Εγκατάσταση: θερμή κόλλα και σιλικόνη στεγανοποίησης, Διαστάσεις μεταβλητές, © ο Καλλιτέχνης. Φωτο: © & Ευγενική Παραχώρηση Βάλια Κατσίμπα

