ISLAND ART GUIDES: Ύδρα, η Πρωτομάγισσα … Μέρος Ι
Με αφορμή την Τέχνη & το Καλοκαίρι, μια Νέα Στήλη δημιουργήθηκε, όπου διαφορετικοί συνεργάτες μέσα από την δική τους ματιά, μας ταξιδεύουν στην αθέατη πλευρά των Ελληνικών Νησιών, εκεί που η Τέχνη, η Ιστορία και ο Πολιτισμός συναντάνε τον Κοσμοπολιτισμό. Ύδρα, η Αρχόντισσα του Αργοσαρωνικού, όπως συχνά την αποκαλούν, για μένα, η Ύδρα της καρδιάς μας είναι η Πρωτομάγισσα κατά τον Ποιητή.
Της Έφης Μιχάλαρου
Φωτο. Δημήτρης Λεμπέσης
Η σχέση μου με την Ύδρα είναι μακρά, έχει περάσει πολλές διακυμάνσεις και μεγάλες φουρτούνες, αλλά από τότε που πρωτοπάτησα στο νησί το 1992, με μία φίλη, για ένα τετραήμερο, μέχρι σήμερα, είμαι μαγεμένη με τούτον εδώ τον αλλόκοτα όμορφο και τραχύ τόπο. Η Αρχιτεκτονική της, που την καθιστά μοναδική στον κόσμο, με τ’ Αρχοντικά που μοιάζουν να αιωρούνται στην άκρη του βράχου, στην άκρη τ’ ουρανού, η Αύρα της που σε κατακλύζει από τα πρώτα βήματα στο Πέταλο του Λιμανιού, η Αντανάκλαση του πορτοκαλί φωτός του Ήλιου στο γκρι των βράχων, το Ξερό Τοπίο, που όμως δεν γειτνιάζει με το Κυκλαδίτικο, οι Αυλές της που όταν ανοίγουν οι μεγάλες Ξύλινες Πόρτες, αφού χτυπήσεις το Ρόπτρο ρυθμικά, πλημυρίζουν τις αισθήσεις με Χρώματα και Αρώματα… συνέτειναν σε αυτό τον μεγάλο έρωτα. Την ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Αν θεωρήσουμε ότι κανείς παντρεύεται έναν τόπο, εγώ στην ζωή μου, παντρεύτηκα δύο: την Ύδρα και το Παρίσι.

Το ξενοδοχείο ‘’Ύδρα’’ που μέναμε με θέα μοναδική μου επέτρεπε κάθε απόγευμα να ονειρεύομαι και ν’ αναρωτιέμαι τόσα, όσα τα επόμενα χρόνια μου αποκαλύφθηκαν ένα-ένα. Ήξερα ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει εδώ…

Κι αυτό επαληθεύτηκε όταν επόμενο Καλοκαίρι, που ήταν και το επίσημο βάπτισμα στη δημοσιογραφία, συνεργάστηκα με την εφημερίδα Καθημερινή και το Ένθετο «Επτά Ημέρες» για το αφιέρωμα στην Ύδρα, εκτός από τον Υδραίο ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο Γκίκα, που μου έδωσε και την πρώτη για μένα και τελευταία για κείνον συνέντευξη, μια και έναν χρόνο αργότερα έφυγε από την ζωή, συνάντησα όλους, όσους αργότερα συνδέθηκα επαγγελματικά και φιλικά. Αν πιστεύει κανείς στην τύχη ή το κάρμα, για μένα το Καλοκαίρι του 1993, ήταν η αρχή μιας επαγγελματικής ζωής και μιας καριέρας που δεν φανταζόμουν ότι θα διαγράψω.

Έζησα το νησί στο μεταίχμιο μιας εποχής που ένας κύκλος έκλεινε κι ένας καινούργιος άνοιγε. Ήταν η εποχή που η συγγραφέας Μαργαρίτα Λυμπεράκη, στο σπίτι της στο Λυκαβηττό, μου χάριζε τον κόσμο ολόκληρο σ’ ένα χειρόγραφο, στο παλιό κίτρινο δημοσιογραφικό χαρτί των εφημερίδων. «Η Μαργαρίτα κοιμάται, θα σου γράψω εγώ για ’κείνη» θυμάμαι, μου είχε ψελλίσει, για την κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου, με περίμενε με μεγάλη χαρά εκείνο το θερμό μεσημέρι του Ιουλίου, με μία καφετιέρα αχνιστό καφέ και τα μπλε άφιλτρα Gauloises δίπλα της. ‘’Η Μπούμπα είναι περίεργη, αλλά άμα σε συμπαθήσει θα έχεις ξεχωριστή θέση στην καρδιά της’’ μου είπε σχεδόν εμπιστευτικά φεύγοντας…

Πραγματικά ήταν περίεργη η γλύπτρια Αγλαΐα Λυμπεράκη (πρώτη γυναίκα του μεγάλου μας ζωγράφου Γιάννη Μόραλη) και αργότερα του Γάλλου Gildo Kapouto, το σπίτι της στο Καμίνι, μου προκαλούσε δέος και τρόμο καταμεσής του δρόμου και στην άκρη των βράχων μια και είχα την αίσθηση ότι ένα λάθος βήμα θα με οδηγούσε στη θάλασσα. Αν η Μαργαρίτα ήταν ενζενί (όσο μπορούσε να είναι) εκείνη ήταν ντάμα, τι ντάμα, καρατερίστα. Μία φιγούρα πληθωρική, με ασημένια μαλλιά, δωρική, μιλούσε αργά και σε κοιτούσε αυστηρά- εξεταστικά, σαν να ήθελε να αποκωδικοποιήσει τις βαθύτερες σκέψεις σου. Μετά όμως από τις συστάσεις του Τέτση και της αδελφή της Μαργαρίτας, που με λάτρεψε με την πρώτη ματιά, τελικώς πέρασα τις εξετάσεις, γιατί από καιρόν εις καιρού με καλούσε σπίτι της για καφέ και συζήτηση αποκαλώντας με Ευθαλία. Ήταν άλλωστε και η μόνη που της το επέτρεπα αυτό το βαρύ και άγνωστο για μένα όνομα (!) Συνάντηση την συνάντηση ξεδιπλώθηκε η προσωπική της ιστορία, η σχέση της με την τέχνη, την Ύδρα και η διαμονή της στο Παρίσι.

‘’Κεράσια θα φας? Δεν θα τιμήσεις τα γλυκά μου?’’, αναρωτήθηκε η Νίκη Καναγκίνη όταν συναντηθήκαμε στο ατελιέ της στην Μιμνέρμου, ανοίγοντας το ταπεράκι μου. “Είμαι σε αυστηρή δίαιτα”, της απάντησα και αρκέστηκε να μου προσφέρει ένα ζεστό γαλλικό καφέ σε ένα από τα τεράστια κεραμικά φλυτζάνια της φίλης της Ελένης Βερναρδάκη. Τα έργα της Καναγκίνη αν και δεν ήμουν εξοικειωμένη με τη σύγχρονη τέχνη εκείνη την εποχή, μου άρεσαν πολύ, αντιθέτως με τα έργα του Γιώργου Μαυροείδη, μεγάλου ζωγράφου, που κάθε φορά που με συναντούσε μου πρότεινε να φτιάξει το πορτρέτο μου, την τελευταία φορά στην προσπάθειά του να με πείσει, μου υπογράμμισε ότι θα ήταν παρούσα και η γυναίκα του.

Δεξιά: Μαρίας Ζυγομαλά, Καλή Στρώση, 2021-2024, Εγκατάσταση: Λινό & Βαμβακερό Ύφασμα, Τούλι, Δαντέλες, Μαλλί, Χρωματιστές μεταξωτές κλωστές, χρυσό κλωστές, χρήματα και ατελείωτα σχέδια ατελείωτα, Διαστάσεις Μεταβλητές, από την έκθεση “Υφαίνοντας το Μέλλον VII” που πραγματοποιήθηκε στην Οικεία Τέτση, Φωτο. Δημήτρης Λεμπέσης
Ο ζωγράφος Παναγιώτης Τέτσης, είχε ένα υπέροχο σπίτι, κοντά στο θρυλικό μανάβικο «Four Corners», όπως το ονόμαζαν οι ξένοι, ακριβώς δίπλα στο σπίτι του Λέοναρντ Κοέν, το οποίο από τύχη έγινε δικό μου, για ένα ολόκληρο καλοκαίρι, αφού εκείνος έλειπε και το είχε παραχωρήσει στην αγαπημένη του μαθήτρια, Μάγδα Σιάμκουρη. Έτσι, με τη συγκατάθεση του, έμεινα εκεί τρεις ολόκληρους μήνες. Το ‘’Four Corners’’ είναι ένα μπακάλικο όπως κι εκείνο του Γαβρήλου στον δρόμο για το Γηροκομείο, που μοιάζουν να σταμάτησε ο χρόνος. Κάθε φορά που περνάω γοητεύομαι με καθετί και τα μάτια παίζουν όπως των παιδιών. Την τελευταία φορά που πέρασα πριν δύο χρόνια, με ένα ζευγάρι Αρχιτεκτόνων ήταν κρεμασμένες οι λαμπάδες που τώρα πια φτιάχνει η κόρη της κυρίας Μαρίας, στο μικρό εργαστήριο κηροπλαστικής που υπήρχε λίγο παρακάτω στον δρόμο για το Καμίνι, δίπλα στο σπίτι της Ίριδας Χαραμή που είχε ζωγραφίσει τόσες και τόσες φορές, όσο και τον Επιτάφιο του Καμινού που βουτάνε στην Μ. Παρασκευή στη θάλασσα για να αγιάσουν τα νερά ως ευχή και προσευχή στους ναυτικούς και τους σφουγγαράδες που έφευγαν…

Απέναντι, κοντά στο καμένο σπίτι του Χατζηκυριάκου Γκίκα στο κέντρο του οικισμού του Καμινιού, είναι το σπίτι της Μαριαννίνας Κριεζή που πούλησε γιατί άκουγε τα βράδια θόρυβο από το σεντούκι, το φάντασμα του παππού σου είναι της έλεγε ο Χρήστος Παπούλιας περιπαικτικά, που όμως εκείνη πίστευε. Το αγόρασε ο εφοπλιστής Γιάννης Λύρας για να το μετατρέψει σε πολιτιστικό κέντρο, αλλά με τα χρόνια μοιάζει το κοινό αφήγημα της Μαριαννίνας και του Χρήστου να επαληθεύτηκε μια και τελικώς έμεινε κλειστό… Και επειδή η ιστορία της Ύδρας και όλων των μικρών τόπων με τα φαντάσματα είναι μεγάλη, δεν θα ξεχάσω ένα βράδυ που έχασα τον δρόμο για το σπίτι και βρέθηκα σε κάτι αυλές, με ένα φεγγάρι και κάτι σκιές καταμεσής του Καμινιού που λίγο έλλειψε να πιστέψω κι εγώ τους μύθους και τα μυθεύματα…


…Μία από τις ωραιότερες αναμνήσεις εκείνης της εποχής, είναι ένα μεγάλο brunch με πολλούς φίλους, τον Άνταμ Κοέν και την μητέρα του Μπάρμπαρα (δεύτερη σύζυγο του Λέοναρντ), ήταν η εποχή που είχε απομακρυνθεί από την Ύδρα, ο Άνταμ μας έπαιζε στο πιάνο τραγούδια δικά του και του πατέρα του, αλλά και στο πάρτι ένα από τα επόμενα βράδια στη ταράτσα του παλιού σπιτιού, με το μπακάλικο της γιαγιάς του Τέτση, στημένο ζωντανό-μουσείο, στο υπόγειο. Οι ταράτσες της Ύδρας και τα πάρτι είναι μια μεγάλη ιστορία που το νήμα της ξετυλίξουμε στη συνέχεια…
* Στο σπίτι που πρωτοφιλοξενήθηκα το 1993, το Καλοκαίρι του 2024, είχα την μεγάλη τύχη να εκτεθούν δύο έργα από το project που οργάνωσα ‘’Υφαίνοντας το Μέλλον VII’’ όπου συμμετείχαν 44 Ελληνίδες καλλιτέχνιδες σε 14 διαφορετικούς χώρους με την Αιγίδα του Δήμου Ύδρας. Η οικία Παναγιώτη Τέτση καθώς και η οικία του Yδραίου Πρόκριτου Λαζάρου Κουντουριώτη, λειτουργούν ως Μουσεία που ανήκουν στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος
Διαβάστε το Αγγλικό Άρθρο



